Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2007

ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚEYNES.....

<<Έχουμε τόση άγνοια της δομής των οικονομιών στις οποίες ζούμε και του τρόπου με τον οποίο μεταβάλλεται η δομή αυτή, που είναι αδύνατο να εφαρμόσουμε με σιγουριά μια ενεργό πολιτική σταθεροποίησης στο παρόν περιβάλλον ή στο προβλεπτό μέλλον>>.
(Laidler, Economics,1981, σελ. 19)
Αυτό που σημερα παρατηρείται στην ανάλυση της οικονομικής πολιτικης , ειναι το φαινόμενο να αποδεχόμαστε το επιχείρημα ότι η πολιτική σταθεροποίησης της οικονομίας είναι αναποτελεσματική, ενώ την ίδια στιγμή ισχύει η ανάλυση του Keynes για την διαχείριση της ζήτησης σε μια οικονομία. Έπομένως, οι ταμπέλες «Μονεταριστές» και «Κεϊνσιανοί» είναι θεωρητικώς ξεπερασμένες, και θα μπορούσαν να αντικαταστασθούν από τις ονομασίες «παρεμβατιστές» και «μη παρεμβατιστές»

Παρεμβατιστές είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι η κυβέρνηση γνωρίζει πολλά και είναι αρκετά αξιόπιστη ώστε να προσαρμόζει την πολιτικής της σύμφωνα με τις διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας. Αντίθετα, μη παρεμβατιστές είναι εκείνοι οι οποίοι δεν τρέφουν τέτοια εμπιστοσύνη στις ικανότητες της κυβέρνησης ή δεν της αναγνωρίζουν τέτοιες προθέσεις. Πράγματι,ο ίδιος ο Κeynes στην θεωρία του δεν ευνοούσε τους λεπτούς χειρισμούς των παρεμβατιστών και δεν αποδεχόταν τις πολιτικές που έμελλε να καταγραφούν ως “κεϊνσιανές.”

Επεξεργάστηκε τις απόψεις του για το πώς είναι δυνατόν να ελεγχθεί η οικονομία σε μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα The Times τον Ιανουάριο του1937. Στα άρθρα αυτά επαναδιατύπωσε την άποψη του ότι η παραγωγή επενδυτικών αγαθών έχει την τάση να παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις πρώτα των κερδών και μετά της γενικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η κύρια πρόταση πολιτικής για τη σταθεροποίηση των επενδύσεων ήταν η σταθεροποίηση του μακροχρόνιου επιτοκίου το οποίο «πρέπει να διατηρεί πάντοτε όσο το δυνατόν κοντά στο μακροχρόνιο άριστο επίπεδο του. Δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται ως ένα βραχυπρόθεσμο παρεμβατικό μέσο» .(Τhe Times, 13/1/1937) Ο τύπος αυτός της πολιτικής μπορεί να θεωρηθεί ως μη παρεμβατική πολιτική, παρόμοια με τον τύπο του ελέγχου της προσφοράς χρήματος που, αποτέλεσε την κύρια πρόταση οικονομικής πολιτικής του Friedman.


Περαν των απόψεων του σχετικά με τον βαθμό παρεμβατικότητας των μετρων οικονομικης πολιτικής, αξίζει να διεισδύσουμε και να επανερμηνεύσουμε πλήθος άλλων θεωρητικών προσεγγίσεων της Γενικής Θεωρίας. Π.χ. ,οδηγούμενες στα ακραία όριά τους, οι απόψεις του Κeynes για την αβεβαιότητα, την αστάθεια και την υποκειμενικότητα των προσδοκιών καταλήγουν στο εικονοπλαστικό συμπέρασμα ότι οι προσδοκίες είναι πραγματικά αδύνατον να γίνουν αντικείμενο πραγμάτευσης μέσα στο πλαίσιο ενός τυπικού οικονομικού υποδείγματος. Αντιθέτως, η οικονομία πρέπει να εξετάζεται ως ιστορική εξελικτική διαδικασία Τα πολιτικά αυτά συμπεράσματα συμφωνούν με μια ερμηνεία σε ορισμένες ιδέες του Κeynes, ότι φαινόταν δηλαδή να θέλει ταυτόχρονα : την διατήρηση των δυνάμεων (και των κινήτρων της αγοράς)και τη χρησιμοποίηση του κράτους, αποκλειστικά και μόνο για να εξασφαλιστεί ένα αρκετά υψηλό και σταθερό επίπεδο επενδύσεων.



Αξίζει να σημειώσουμε ότι άλλα επιχειρήματα του Κeynes, σε άρθρα του στους Times, εκφράζουν κάποιο βαθμό εμπιστοσύνης στις παρεμβατικές πολιτικές, που συμβαδίζει με τις πολιτικές των λεπτών συντονιστικών χειρισμών που εισηγούνται οι μετέπειτα oπαδοί του.Ετσι αν και αναγνωρίζει ότι είναι πολύ λεπτή δουλειά η διατήρηση της σταθερότητας, σε άρθρα του στην ίδια εφημερίδα , δεν διστάζει να προτείνει στην κυβέρνηση να στραφεί από τη χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος με την έκδοση ομολόγων, στη χρηματοδότηση του διαμέσου της φορολογίας.Ετσι, μειώνεται η συνολική ζήτηση όταν η οικονομία πλησιάζει ένα κορυφαίο σημείο του οικονομικού κύκλου και προσαρμόζονται οι δημόσιες δαπάνες ώστε να διατηρείται σταθερή η συναθροιστική ζήτηση (η εφαρμογή αυτής της πρότασης θα διευκολυνόταν με το διορισμό ενός «συμβουλίου δημοσίων επενδύσεων για την κατάρτιση ασφαλών επενδυτικών προγραμμάτων σε σχέση με το χρόνο που χρειάζονται»(Τhe Times,14 /1/ 1937). Πρότεινε ακόμη την προσαρμογή των δασμών που βαρύνουν εισαγόμενα αγαθά σε όλη τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου.

Όπως βλέπουμε λοιπόν, αν και ο Κeynes ήθελε να αναπτύξει θεσμικές ρυθμίσεις που ενισχύουν τη μακροχρόνια σταθερότητα, δεν είδε τις ρυθμίσεις αυτές ως υποκατάστατο των συντονιστικών χειρισμών. Hταν απολύτως προετοιμασμένος να προτείνει την εφαρμογή, ταυτόχρονα, ενός μίγματος παρεμβατικών μέτρων οικονομικής πολιτικής.



Μαζί με την αβεβαιότητα και τις προσδοκίες, ο Κeynes απέδωσε επίσης ένα ρόλο στα αποτελέσματα διανομής του εισοδήματος και τους σχετικούς μισθούς. Ο ρόλος των διανεμητικών αποτελεσμάτων έχει τονισθεί ιδιαίτερα στις εργασίες του Kalecki και των μαθητών του. Ο δε ρόλος των σχετικών μισθών μπορεί να είναι μια βάσιμη ερμηνεία του γιατί οι εργάτες μπορεί να αποδεχτούν μια μείωση στους πραγματικούς μισθούς τους, την οποία επιφέρει ο πληθωρισμός ή μια γενική συμφωνία για περικοπές στους ονομαστικούς μισθούς.


Oι εναλλακτικές ερμηνείες της Γενική Θεωρίας μπορούν εν μέρει να «συμφιλιωθούν» και το ίδιο το βιβλίο του Κeynes πρέπει να ιδωθεί ως μια συνεπής, πολυμέτωπη επίθεση εναντίον του Κλασικού υποδείγματος. Και αν η Γενική Θεωρία είναι ένα ακατάστατο βιβλίο που σκορπά σύγχυση ή που το ίδιο πέφτει θύμα σύγχυσης, αυτό πρέπει να είναι μάλλον αποτέλεσμα των δύσκολων προβλημάτων με τα οποία καταπιάστηκε ο Κeynes, και όχι κάποιας αδυναμίας του ως συγγραφέα ή θεωρητικού.
Επειδή υπάρχει κίνδυνος να θεωρηθεί το συμπέρασμα αυτό υπερβολικά γενναιόδωρο για τον μεγάλο αυτό φιλόσοφο-οικονομολόγο, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό, δεν είναι απαραίτητο να αποδεχτεί κανείς τη θεωρία του Κeynes ή τις εισηγήσεις του για τη οικονομική πολιτική. Αξίζει να επισημάνουμε ξανά ότι ακόμη και αν διέγνωσε σωστά την αδυναμία της οικονομίας του laissez-faire να επιτυγχάνει συνεχώς τη λειτουργία της στο επίπεδο της πλήρους απασχολήσεως, αυτό δεν συνεπάγεται κατ΄ανάγκη ότι η κυβέρνηση έχει τις πληροφορίες, την ικανότητα ή τη θέληση να παρέμβει στην οικονομία υπέρ του κοινωνικού συμφέροντος. Ο Κeynes έδειξε μόνον ότι είναι δυνατόν να βελτιωθεί η λειτουργία της οικονομίας του laissez-faire αν η κυβέρνηση έχει τις πληροφορίες, την ικανότητα και τη θέληση να παρέμβει με την πολιτική της ,προς όφελος της κοινωνίας.